βοσκός

βοσκός, ,
A herdsman, Aesop.316, interpol. in AP7.703 (Myrin.); β. προβάτων shepherd, interpol. in Dsc.4.119.
II as Adj., feeding itself (= Lat. agrestis, non pastus), φασιανός, χήν, Edict.Diocl.4.18 (variant for ἄγριος), 22; cf. βοσκάς.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοσκός — herdsman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκός — ο (AM βοσκός) αυτός που βόσκει, που τρέφει κοπάδι ζώων, ο ποιμένας (αρχ. μσν.) αρχηγός, ηγέτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. λέξη που προήλθε πιθ. με απόσπαση από προγενέστερα σύνθετα σε βοσκός (< βόσκω), πρβλ. ανθο βοσκός, γηρο βοσκός, λωτο βοσκός, προ… …   Dictionary of Greek

  • βοσκός — ο ποιμένας, τσοπάνης: Ο βοσκός ζει όλη μέρα απομονωμένος με το κοπάδι του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βοσκός — [воскос] ουσ. а. пастух …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βοσκοί — βοσκός herdsman masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκοῦ — βοσκός herdsman masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκούς — βοσκός herdsman masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκῶ — βοσκός herdsman masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκῷ — βοσκός herdsman masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκόν — βοσκός herdsman masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοιροβοσκός — ο, ΝΜΑ βοσκός χοίρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < χοῖρος + βοσκός (< βόσκω), πρβλ. καμηλο βοσκός, ὑο βοσκός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.